Τοπικές Κοινότητες Σικυωνίων

 

Το Βασιλικό (Αρχαία Σικυών) βρίσκεται περίπου 9 χλµ. νότια του Κιάτου, στο τέλος ενός µικρού φιδωτού δρόµου, πάνω σε ένα µικρό καταπράσινο οροπέδιο, σε υψόµετρο 140 µέτρων. Έχει πληθυσµό περίπου 1.000 κατοίκους, αρκετοί των οποίων είναι επιχειρηµατίες και υπάλληλοι, ενώ οι υπόλοιποι ασχολούνται µε τη γεωργία.

Η κεντρική, πετρόχτιστη, βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Τριάδας, είναι χτισµένη τον 12ο αιώνα. Δυτικά του χωριού βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος µε σηµαντικά µνηµεία. Ιδιαίτερης σηµασίας είναι το µεγαλοπρεπές Αρχαίο Θέατρο, από τα µεγαλύτερα της Ελλάδας, όπου φιλοξενείται η πλούσια δραστηριότητα των πολιτιστικών φορέων της περιοχής, καθώς και τα πλινθόκτιστα και πολύ καλά διατηρηµένα ρωµαϊκά λουτρά, όπου σήµερα στεγάζεται το ανακαινισµένο αρχαιολογικό µουσείο. Έχουν αποκαλυφθεί επίσης τα θεµέλια του Βουλευτηρίου της ελληνιστικής Σικυώνας, ένα ευρύχωρο τετράγωνο οικοδόµηµα, µε τέσσερις σειρές κιόνων στο εσωτερικό, µιας Στοάς, ενός Ναού και το Γυµνάσιο, το επονοµαζόµενο «του Κλεινία», πατέρα του Αράτου, το οποίο κατασκευάστηκε περί το 280 π.Χ. και χωρίζεται σε δύο επίπεδα, µε κλίµακες επικοινωνίας µεταξύ τους.

Βορειοδυτικά του θεάτρου βρίσκεται το αρχαίο στάδιο, µήκους περίπου 207 µέτρων. Όλα αυτά µαρτυρούν τον πλούτο, τη σπουδαιότητα και τη δόξα της αρχαίας Σικυώνας. Αρχ. Θέατρο Σικυώνας Εκκλησία Αγ. Τριάδας Εναέρια άποψη Βασιλικού Το ύψωµα του Βασιλικού που απετέλεσε τον πυρήνα της ελληνιστικής Σικυώνας ήταν το πλεονεκτικότερο για µία πόλη της εποχής: χωµατόβουνο, στην κορυφή του οποίου σχηµατίζεται ευρύχωρο οροπέδιο µε οµαλή επιφάνεια και απόκρηµνο από παντού.

Το σηµερινό χωριό καταλαµβάνει µόνο την νοτιοανατολική γωνία του υψώµατος. Σ’ όποιο σηµείο του οροπεδίου κι αν σταθεί κανείς, βλέπει, σαν από εξώστη, την εύφορη πεδιάδα του Ασωπού ως το Κιάτο και στα ανατολικά τον Κορινθιακό κόλπο ως τον Ακροκόρινθο και τον Ισθµό. Βόρεια του Βασιλικού, µέσα στα περιβόλια είναι χτισµένο το γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, βυζαντινής περιόδου.

Το χωριό Βελίνα, τοπικό διαμέρισμα του δήμου Σικυωνίων με έδρα το Κιάτο, βρίσκεται σε απόσταση 23 χλµ. νότια του Κιάτου, σε υψόµετρο περίπου 930 µέτρων, στο βορειοανατολικό τµήµα του όρους Ζήρεια, στο άκρο ενός δάσους µαύρης πεύκης, το οποίο εκτείνεται έως το Κληµέντι. Έχει πληθυσµό περίπου 250 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως µε τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το κλίµα της Βελίνας χαρακτηρίζεται ως άριστο, γι’αυτό και υπάρχει έντονη οικοδοµική δραστηριότητα σε εξοχικές κατοικίες.

Η κεντρική εκκλησία του χωριού, ο Άγιος Δηµήτριος, διαθέτει αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέµπλο και εικόνες των αρχών του 19ου αιώνα. Οι κάτοικοι της Βελίνας έλαβαν µέρος στον αγώνα του 1821, κυρίως υπό την ηγεσία των Νοταραίων.

Η Γονούσσα βρίσκεται 23 χλµ. νότια του Κιάτου, σε υψόµετρο περίπου 680 µέτρων, πάνω στο δρόµο Κιάτου – Νεµέας. Ανατολικά του χωριού ρέει ο Ασωπός ποταµός και δυτικά υψώνεται η κορυφή του ελατόφυτου όρους Βέσιζα. Έχει πληθυσµό 273 κατοίκους οι οποίοι ασχολούνται µε την γεωργία και την κτηνοτροφία.

Το σηµερινό όνοµά της το οφείλει στην κώµη Γονόεσσα, την οποία αναφέρει ο Όµηρος στον κατάλογο των Νηών στην Ιλιάδα. Λείψανα της αρχαίας ακρόπολης υπάρχουν στο σηµερινό ύψωµα «Κάστριζα» 600 m µακριά από το χωριό.

Σε απόσταση 6 χλμ. από το Κιάτο, σε υψόμετρο 50 μέτρων, βρίσκεται το Διμηνιό. Έχει περίπου 600 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία. Στο χωριό λειτουργούν οινοποιεία και παράγονται πολλά είδη κρασιών. Το όνομα του χωριού, ίσως, οφείλεται σε ένα είδος σταριού το δίμηνον, που έσπερναν την άνοιξη και γινόταν μέσα σε δύο μήνες.

Ανατολικά του χωριού ρέει ο ποταμός Σελλίανδρος, στις εκβολές του οποίου σχηματίζεται μία από τις ομορφότερες παραλίες του Κορινθιακού κόλπου η Πικραγγουριά.

Από τα μεγαλύτερα χωριά του Δήμου Σικυωνίων το Κάτω Διμηνιό, βρίσκεται στην παραλιακή ζώνη, 2 χλμ. δυτικά του Κιάτου. Το χωριό είναι γνωστό για την υπέροχη παραλία του και την καθαρή θάλασσα. Το μικρό πευκοδάσος που εκτείνεται παράλληλα με την παραλία του χωριού είναι γνωστό ως Πευκιάς και εκτιμάται πως αποτελούσε μαζί με τον Πευκιά του Ξυλοκάστρου ένα μεγάλο πευκοδάσος που κάλυπτε τις νότιες ακτές του Κορινθιακού.

Έχει περίπου 1.100 κατοίκους πολλοί από τους οποίους είναι  επιχειρηματίες κυρίως στο χώρο του τουρισμού. Οι υπόλοιποι ασχολούνται με τη γεωργία.

Ο Δήμος Σικυωνίων έχει 19.445 κατοίκους, βάσει της απογραφής του 2001, και περιλαμβάνει την πόλη του Κιάτου και 16 παράλια, ημιορεινά και ορεινά χωριά που απλώνονται σε κοιλάδες και υψίπεδα τριών κυρίως ποταμών, που διατρέχουν την περιοχή.Σε απόσταση μόλις μιας ώρας (με το αυτοκίνητο, το λεωφορείο ή τον προαστιακό σιδηρόδρομο) από την Αθήνα, συνδυάζει θάλασσα και βουνό σε απόλυτη αρμονία. Κάθε Σαββατοκύριακο και ιδιαίτερα το καλοκαίρι η περιοχή πλημμυρίζει με κόσμο ενώ παρατηρείται έντονη οικιστική ανάπτυξη. Ο θρύλος λέει ότι όποιος πιει νερό από την κεντρική πλατεία του Κιάτου, παντρεύεται και μένει για πάντα εκεί…

Υπέροχη Παραλία

Από τις ομορφότερες παραλίες της Πελοποννήσου, η παραλία του Κιάτου βρέχεται από τα νερά του Κορινθιακού κόλπου. Οι ομπρέλες και οι ξαπλώστρες στη σειρά, πάνω στα βότσαλα, θυμίζουν νησί και η ατμόσφαιρα που επικρατεί είναι ειδυλλιακή.Κατά μήκος της παραλίας υπάρχουν ταβερνάκια και ουζερί με υπέροχο φαγητό ενώ τα beach bars και τα café δροσίζουν και ικανοποιούν και τους πλέον απαιτητικούς επισκέπτες.

Και όταν νυχτώνει…οι ρυθμοί ανεβαίνουν, η μουσική δυναμώνει και το κέφι εκτοξεύεται στα ύψη κάτω από το καλοκαιρινό, κόκκινο φεγγάρι και τον πλημμυρισμένο από αστέρια ουρανό. Τα parties στην παραλία είναι πλέον καθιερωμένα όπως και τα βραδινά μπανάκια.

Ιδιαίτερης αναφοράς αξίζει η παραλία του Κάτω Διμηνιού, όπου υπάρχει ένα υπέροχο αλσύλλιο με πεύκα και η Δημοτική Πλαζ που κάθε χρόνο βραβεύεται με γαλάζια σημαία. Πανέμορφη είναι επίσης η παραλία με τα μικρά λιμανάκια και το ολοκαίνουργιο αλιευτικό καταφύγιο όπου δένουν τα σκάφη τους οι, από θαλάσσης επισκέπτες.

 Δροσιά στα ορεινά

Εκτός από την παραλιακή ζώνη, ο Δήμος Σικυωνίων έχει κάποια πανέμορφα ορεινά χωριά (ως και 1.500μ. υψόμετρο), χτισμένα δίπλα σε μαγευτικά δάση, που προσφέρουν υπέροχη δροσιά το καλοκαίρι και ειδυλλιακά χιονισμένα τοπία τον χειμώνα, σε απόσταση μόλις 20’ από τη θάλασσα.

Το Κρυονέρι βρίσκεται σε απόσταση 16 χλμ. νότια του Κιάτου, σε υψόμετρο 740 μέτρων. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της ημιορεινής Κορινθίας, με περίπου 1.000 κατοίκους, κυρίως γεωργούς, με σημαντικότερες καλλιέργειες τις ελιές, τη σουλτανίνα και την κορινθιακή σταφίδα.  Το χωριό απλώνεται κυρίως σε δύο πλαγιές, τις οποίες διατρέχει χείμαρρος που πηγάζει από την κεντρική βρύση του χωριού, την Άνω Κρήνη.

Ο χείμαρρος αποτελεί παρακλάδι του ποταμού Ελισσώνα, που διασχίζει το Κιάτο και καταλήγει στον Κορινθιακό. Η κεντρική πετρόχτιστη εκκλησία, βασιλικού ρυθμού, είναι η Αγία Τριάδα και χτίστηκε περί το 1880. Το μαρμάρινο τέμπλο της είναι έργο Τηνιακών τεχνιτών. Το χωριό συμμετείχε ενεργά στον αγώνα του 1821. Ο Κολοκοτρώνης, μαζί με τον υπουργό των Στρατιωτικών Λόντο, ήρθε στο Σούλι και όρισε ως αρχηγό της ομάδας του Κρυονερίου τον Στεργιόπουλο.

Το Κλημέντι βρίσκεται στις καταπράσινες πλαγιές του όρους Ζήρια, σε υψόμετρο 960 μέτρων. Μετά τη δεκαετία του ’50, ο πληθυσμός του χωριού έχει μειωθεί σημαντικά. Σήμερα έχει λιγότερους από 100 μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το Κλημέντι είναι ένα από τα παλιότερα χωριά της Κορινθίας, χτισμένο το 1400. Στην Επανάσταση του 1821 έπαιξε σημαντικό ρόλο, αφού κατά διαστήματα υπήρξε στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο του Θεόδωρου και του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Από την εποχή του Όθωνα μέχρι το 1912 το Κλημέντι ήταν η έδρα του Δήμου Πελλήνης.

Η κεντρική εκκλησία του χωριού, ο Άγιος Γεώργιος, χτίστηκε το 1904 και διαθέτει αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Σημαντικές είναι οι παιδικές κατασκηνώσεις που λειτουργούν σε επίπεδο Νομού ενώ από το 2010 λειτουργεί το πρώτο Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης.

Λαλιώτη. Βρίσκεται σε απόσταση 11 χλμ. νοτιοδυτικά του Κιάτου, σε υψόμετρο 380 μέτρων. Το χωριό δεσπόζει της εύφορης κοιλάδας που σχηματίζει ο ποταμός Σελλήαντας (Σελλίανδρος).

Στην κτηματική περιφέρεια του χωριού έχουν εντοπιστεί λείψανα κατοίκησης από το 2.500 π.Χ. περίπου. Σήμερα το χωριό έχει περίπου 500 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται με τη γεωργία με κύρια καλλιέργεια τα σταφύλια (σουλτανίνα) και τις ελιές.

Ο Μεγάλος Βάλτος βρίσκεται 15 χιλιόµετρα νοτιοδυτικά-δυτικά του Κιάτου, σε υψόµετρο 540 µέτρων. Έχει 450 περίπου κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται µε τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στην περιοχή Ληµικό, δίπλα στον ποταµό Σελλίανδρο, έχουν αποκαλυφθεί αρχαία φρεάτια, τµήµα αµαξιτής οδού, παλαιό υδραγωγείο ενώ στη θέση Κτήριο υπάρχουν λείψανα οικοδοµηµάτων και φρυκτωρία της κλασικής περιόδου.

Tο Σιε είναι μιά περιοχή στην άκρη του χωριού, κατάφυτη από τεράστια πλατάνια, τρεχούμενα νερά, γεμάτη χρώματα όλες τις εποχές του χρόνου. Ο χώρος έχει αναπλαστεί και συγκεντρώνει πολύ κόσμο, ιδιαίτερα το καλοκαίρι χάρη στη δροσιά που προσφέρει.

Το χωριό Μικρός Βάλτος βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του Κιάτου, σε απόσταση 16 χλµ. από αυτό, σε υψόµετρο 510 µέτρων. Είναι πνιγµένο στο πράσινο. Δάση από πεύκα στολίζουν τη γύρω περιοχή, ενώ πανύψηλα γέρικα πλατάνια σκιάζουν τις ρεµατιές, µέσα στις οποίες κυλάνε ήρεµα τα κρυστάλλινα νερά που αναβλύζουν σε πολλά σηµεία της περιοχής.

Έχει περίπου 300 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως µε τη γεωργία, (αµπελοειδή, βερικοκιές, αχλαδιές, ελιές, λεµονιές κ.ά.) Η προσφορά του χωριού στους αγώνες του ΄21 του υπήρξε σηµαντική. Από ένα κατάλογο που είχε εκδώσει τότε το Δηµογεροντείο Κορίνθου βλέπουµε ότι η Μικρή Βάλτσα είχε συνεισφέρει την αναλογία της που ήταν: 4 ντουφέκια (στρατιώτες), 32 οκάδες αλεύρι και 2 σφαχτά.

Στην απογραφή που έκανε το 1828 η αποστολή που συνόδευε το Γάλλο στρατηγό Maison, στο χωριό ζούσαν 26 οικογένειες.

Το Μούλκι βρίσκεται 3 χλµ. νότια από το Κιάτο, ανατολικά του ρέµατος Ελισσώνας, σε υψόµετρο 80 µέτρων. Είναι από τα µεγαλύτερα χωριά του Δήµου µε περίπου 1.200 κατοίκους, αρκετοί των οποίων είναι επιχειρηµατίες και υπάλληλοι, ενώ οι υπόλοιποι ασχολούνται µε τη γεωργία.

Το όνοµα του χωριού προέρχεται από την τουρκική λέξη mylk που σηµαίνει ιδιωτικό αγρόκτηµα ή περιβόλι.

Βρίσκεται σε απόσταση 28 χλµ. νότια του Κιάτου. Είναι σκαρφαλωµένο στις νοτιοανατολικές παρυφές του όρους Βέσιζα, σε υψόµετρο 660 µέτρων, στο δρόµο Κιάτου - Νεµέας.

Έχει περίπου 360 περίπου κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται µε την αµπελουργία, την ελαιοκοµία και την κτηνοτροφία. Σε ειδυλλιακή θέση του χωριού βρίσκεται η περιοχή «Αναβάρα» µία όαση από τρεχούµενα νερά και πλατάνια.

Βρίσκεται 20 χλµ. νότια του Κιάτου, στο δρόµο από Κιάτο προς  Νεµέα, δυτικά του Ασωπού ποταµού. Κτισµένο κοντά στην αρχαία κώµη Αλωπεκή, έχει λιγότερους από 100 µόνιµους κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται µε τη γεωργία (σταφιδοκαλλιέργεια και ελαιουργία) και την κτηνοτροφία.

Το Πάσιο βρίσκεται σε απόσταση 2 χιλιοµέτρων νοτιοδυτικά του Κιάτου, σε υψόµετρο 60 µέτρων. Είναι το δεύτερο, σε πληθυσµό, χωριό του δήµου, µε περίπου 1.150 κατοίκους, αρκετοί των οποίων είναι επιχειρηµατίες και υπάλληλοι, ενώ οι υπόλοιποι ασχολούνται µε τη γεωργία.

Παλαιότερα ονοµαζόταν Κληµενταίϊκα επειδή οι πρώτοι κάτοικοί του ήρθαν από το Κληµέντι (µετά το 1720) και κατοίκησαν δίπλα σε ένα αρχαίο υδραγωγείο µε βρύση που είχε την τουρκική ονοµασία Μπέι-Ντάσι.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο, δίπλα στο ποτάµι υπήρχε το χωριό Κυρίλλο (ή Κύριλλα) που αναφέρεται σε επιστολή του Πάπα Ιννοκέντιου του Γ΄ το 1212. Το Κυρίλλο αναφέρεται και στην απογραφή των Ενετών το 1700.

 

Βρίσκεται στην ηµιορεινή ζώνη του Δήµου, 11 χλµ. νότια του Κιάτου. Είναι χτισµένο σε υψόµετρο 620 µέτρων και προσφέρει µια από τις ωραιότερες θέες προς τον Κορινθιακό κόλπο. Με µια µατιά µπορεί κανείς να διακρίνει τον Κορινθιακό κόλπο, το Κιάτο, τη Βόχα, το Λουτράκι, τις Αλκυονίδες νήσους, τη Στερεά Ελλάδα, κ.ά.

Στο κέντρο της πλακόστρωτης πλατείας βρίσκεται η κεντρική εκκλησία του χωριού, Κοίµηση της Θεοτόκου, χτισµένη το 1906. Έχει περίπου 550 κατοίκους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι γεωργοί µε κύριες καλλιέργειες το άσπρο σταφύλι, τη σουλτανίνα, και τις ελιές ελαιοπαραγωγής, αλλά και επιχειρηµατίες.

Η Τιτάνη βρίσκεται 30 χλµ. νοτιοδυτικά του Κιάτου, σε υψόµετρο 580 µέτρων, στις ανατολικές παρυφές του όρους Βέσιζα (1.200 µ.). Έχει περίπου 300 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως µε τη γεωργία. Ορατή και σε µικρή απόσταση στα βορειοδυτικά του χωριού βρίσκεται η τειχισµένη Ακρόπολη της αρχαίας Τιτάνης, του σηµαντικότερου ex Urbis, ιερού της αρχαίας Σικυώνας. Σύµφωνα µε τον Παυσανία, η Τιτάνη πήρε το όνοµά της από τον Τιτάνα πρώτο κάτοικό της και αδελφό του Ήλιου.

Εδώ στην αρχαιότητα υπήρχε ναός του Ασκληπιού, τον οποίο είχε κτίσει ο Αλεξάνωρ, όταν έφτασε στη Σικυώνα. Το Ασκληπιείο της Τιτάνης ήταν ευρύτατα φηµισµένο θεραπευτήριο της αρχαιότητας, µιας και το άριστο κλίµα της περιοχής συντελούσε στη θεραπεία πολλών ασθενειών. Από τα στοιχεία του τελετουργικού που αναφέρει ο Παυσανίας, φαίνεται ότι η λατρεία σ’ αυτό το µέρος ήταν αρχαιότατη, ίσως όµως τοπικών θεών, των οποίων διάδοχος υπήρξε ο Ασκληπιός. Γύρω από το ναό υπήρχαν οικήµατα για τη διαµονή των ασθενών αλλά και των υπηρετών του ναού. Μέσα στο ναό υπήρχαν τα αγάλµατα του Ασκληπιού και της θυγατέρας του Υγείας.

Η νότια πλευρά του υψώµατος όπου βρίσκεται η είσοδος του σηµερινού νεκροταφείου, αποτέλεσε και κατά την αρχαιότητα, την είσοδο στην αρχαία Ακρόπολη: νότια της εισόδου η εξαιρετικά απόκρηµνη πλευρά η οποία έµενε ανοχύρωτη και βόρεια ο µεγαλύτερος πύργος του τείχους.